Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014 |  23:57:39
Go
Bookmark and Share
Ημερ. Καταχώρησης: 08/02/2010 Ώρα Καταχ.: 15:45:00


Οι αιτίες των σεισμών στην Ελλάδα

Οι σεισμοί αποτελούν έναν σύνηθες φαινόμενο στη χώρα μας, καθώς ο ελληνικός χώρος βρίσκεται στο όριο επαφής και σύγκλισης της Αφρικανικής και της Ευρασιατικής λιθοσφαιρικής πλάκας.

Από την αρχαιότητα ακόμα, ορισμένοι Έλληνες φιλόσοφοι, προσπάθησαν να δώσουν εξηγήσεις γι' αυτό το φαινόμενο. Ανάμεσά τους και ο Στράβων ο οποίος έλεγε ότι οι σεισμοί συντελούνταν συχνότερα στις παραθαλάσσιες περιοχές παρά στην ηπειρωτική ενδοχώρα.

Σήμερα, οι σεισμοί εξηγούνται με όρους φυσικών επιστημών. Τα πιο εντυπωσιακά γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά τεκτονικής προέλευσης του χώρου αυτού είναι η ελληνική τάφρος, το ελληνικό τόξο και η λεκάνη του βορείου Αιγαίου.

 Σύμφωνα με το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών η ελληνική τάφρος αποτελείται από μια σειρά θαλάσσιων λεκανών που έχουν βάθη μέχρι 5 χλμ. Αυτή είναι παράλληλη προς το ελληνικό τόξο και περιλαμβάνει μικρότερες γραμμικές τάφρους, όπως είναι οι τάφροι του Πλινίου και του Στράβωνα νοτιοανατολικά της Κρήτης και η τάφρος του Ιονίου πελάγους.

Το ελληνικό τόξο αποτελείται από το εξωτερικό ιζηματογενές τόξο, το οποίο συνδέει τις Δειναρικές Αλπεις με τις Τουρκικές Ταυρίδες διαμέσου των Ελληνίδων οροσειρών, των Ιονίων νήσων, της Κρήτης και της Ρόδου και από το εσωτερικό ηφαιστειακό τόξο, το οποίο είναι παράλληλο προς το ιζηματογενές τόξο και βρίσκεται σε μια μέση απόσταση 120 χλμ. απ' αυτό.

Το ηφαιστειακό τόξο αποτελείται από διάφορα ηφαιστειακά νησιά, ανδεσιτικά ενεργά ηφαίστεια (Μέθανα, Σαντορίνη, Νίσυρος) και θειονίες. Μεταξύ του ιζηματογενούς και του ηφαιστειακού τόξου βρίσκεται η λεκάνη του Κρητικού πελάγους (λεκάνη νοτίου Αιγαίου), της οποίας το βάθος φθάνει τα 2000 μ. περίπου.

Η πιο ενδιαφέρουσα γεωμορφολογική δομή τεκτονικής προέλευσης στο βόρειο Αιγαίο είναι η τάφρος του βορείου Αιγαίου, με βάθος νερού μέχρι 1500 μ. περίπου. Επέκτασή της προς τα ΒΑ αποτελούν πιθανώς οι μικρές λεκάνες της θάλασσας του Μαρμαρά.


Το Ελληνικό ορογενετικό τόξο
Ο Ελλαδικός χώρος αποτελεί τμήμα της αλπικής Ευρώπης, με ιδιαίτερα γεωλογικά χαρακτηριστικά τόσο σε ευρωπαϊκή όσο και σε παγκόσμια κλίμακα. Οι γεωλογικές ιδιαιτερότητες της Ελλάδας οφείλονται στη μετωπική της θέση στο πιο δραστήριο γεωλογικά τμήμα του ενεργού νότιου ηπειρωτικού περιθωρίου της ευρωπαϊκής πλάκας που προελαύνει προ Νότο, κάτω από το οποίο υποβυθίζονται τα ακραία και αρχαιότερα υπολείμματα ωκεάνιας λιθόσφαιρας της αφρικανικής πλάκας (δηλαδή του ωκεανού της Τηθύος) που κινείται προς βορρά.

Εικ. 1 Οι κινήσεις των τεκτονικών πλακών και τα ρήγματα που βρίσκονται γύρω από τον Ελλάδικό χώρο

Λόγω του καμπυλόγραμμου σχήματος του, το ελληνικό τμήμα της ενεργής αυτής δομής ονομάζεται ελληνικό ορογενετικό τόξο (Hellenic orogenic arc), ή πιο απλά ελληνικό τόξο και συνεχίζεται δυτικά με το αντίστοιχο τόξο της Καλαβρίας (νότια Ιταλία) κι ανατολικά με το τόξο της Κύπρου. Η γενική γεωμετρία του Ελληνικού τόξου χαρακτηρίζεται από μια βασική διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ στα Ιόνια νησιά και τη δυτική Ελλάδα-Πελλοπόνησο, που κάμπτεται σε Α-Δ από τα Κύθηρα στην Κρήτη και κατόπιν γίνεται ΝΔ-ΒΑ στα Δωδεκάνησα (Κάσος, Κάρπαθος, Ρόδος) μέχρι τα ΝΔ μικρασιατικά παράλια.


Οι βασικές αιτίες των σεισμών
Πρόσφατες μετρήσεις από δορυφόρους έδειξαν ότι η Αφρική κινείται προς βορρά με ταχύτητα γύρω στο 1cm/έτος, ενώ η Κρήτη (προμετωπίδα της ευρωπαϊκής πλάκας) χονδρικά προς νότο με ταχύτητα περίπου 4 cm/έτος. Συνεπώς η συνολική ταχύτητα σύγκλισης Ευρώπης και Αφρικής στο ελληνικό τόξο φτάνει στη σημαντική τιμή των περίπου 5cm/έτος, γι' αυτό και η σεισμικότητα του ελλαδικού χώρου είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη στα γειτονικά τόξα της Καλαβρίας και της Κύπρου, όπου οι ταχύτητες σύγκλισης είναι σαφώς μικρότερες, αλλά και η μεγαλύτερη σ' ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι το ελληνικό τόξο είναι σήμερα η πιο ενεργή γεωλογική δομή της Ευρώπης, γεγονός που οφείλεται στην κατανομή των λιθοσφαιρικών κινήσεων στον ευρύτερο χώρο μας.

Το ελληνικό τόξο ξεκινώντας από την Κεφαλονιά, διασχίζει το νότιο Ιόνιο ανατολικά της Πελοποννήσου και περνώντας νότια της Κρήτης καταλήγει στη Ρόδο. Εδώ τα Ρίχτερ χτυπoύν με μεγέθη που φθάνουν ακόμη και τους 7,5 βαθμούς. Είναι το όριο επαφής και σύγκλισης της αφρικανικής με την ευρασιατική λιθοσφαιρική πλάκα, που η πρώτη βυθίζεται κάτω από τη δεύτερη και αυτή η "τιτάνια μάχη" των πλακών στο νότιο Αιγαίο είναι η κύρια αιτία εκδήλωσης των περισσότερων σεισμών στην Ελλάδα.

"Η μεγάλη σεισμικότητα της Ελλάδας (τρίτη θέση σε παγκόσμια κατάταξη και πρώτη στην Ευρώπη) οφείλεται στις κινήσεις των τεκτονικών πλακών στην Ανατολική Μεσόγειο"

Από την άλλη πλευρά η Τουρκία κινείται δυτικά προς το Αιγαίο με ταχύτητα 25 χιλιοστά τον χρόνο  κατά μήκος του ρήγματος της Βόρειας Ανατολίας. Το Αιγαίο ακολουθεί την κίνηση αυτή και κινείται με την ίδια ταχύτητα σε σχέση με την Ευρώπη κατά μήκος της τάφρου του Βορείου Αιγαίου προς τα δυτικά. Ταυτόχρονα όμως το Αιγαίο, λόγω εσωτερικής παραμόρφωσης, επεκτείνεται προς τα νότια (με μια ταχύτητα η οποία φθάνει περίπου τα 10 χιλιοστά ανά έτος). Με τον τρόπο αυτό, ο ρυθμός ολίσθησης στο νότιο τμήμα του φθάνει ως τα 35 χιλιοστά το έτος, περίπου, με διεύθυνση βορειοανατολικά - νοτιοδυτικά. Επειδή και η Αφρική κινείται προς τα βόρεια (με ταχύτητα 10 χιλιοστά ανά έτος), ο ρυθμός σύγκλισης μεταξύ της αφρικανικής λιθοσφαιρικής πλάκας με εκείνης του Αιγαίου είναι της τάξεως των 45 χιλιοστών το έτος, με αποτέλεσμα τη διαρκή επέκταση του Αιγαίου.

Επιπλέον δυτικά του ελληνικού χώρου (στην περιοχή βόρεια της Κεφαλονιάς), η Απουλία μικροπλάκα (Βόρειο Ιόνιο - Αδριατική) εκτελεί μια αριστερόστροφη κίνηση και το ανατολικό της όριο συγκρούεται με την Πίνδο.

Όλες αυτές οι παραπάνω κινήσεις των λιθοσφαιρικών πλακών, που σε γενικές γραμμές θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελούν και την κύρια αιτία της σεισμικής δραστηριότητας που εκδηλώνεται στον ελληνικό χώρο, "συναντώνται" στην περιοχή της Κεφαλονιάς, γεγονός που έχει αποτέλεσμα, στο χώρο αυτό, να παρουσιάζεται και η μεγαλύτερη σεισμικότητα της ευρύτερης περιοχής του Αιγαίου, ολόκληρης της Ελλάδας και κατ' επέκταση της Ευρώπης.

Χαρακτηριστικό της σεισμικής δραστηριότητας στη Δυτική Ελλάδα που οφείλεται στις τεκτονικές ιδιότητες της περιοχής, είναι ο μεγάλος αριθμός μικρών και ενδιαμέσου μεγέθους σεισμών αλλά και η μεγαλύτερη συχνότητα γένεσης ισχυρών, καταστρεπτικών σεισμών. Έτσι παρά το γεγονός ότι στο χώρο αυτό τα μεγέθη των μεγαλύτερων σεισμών είναι λίγο μικρότερα από ό,τι σε άλλες περιοχές του ελληνικού χώρου, ο σεισμικός κίνδυνος είναι σαφώς μεγαλύτερος εξαιτίας της συχνότητας γένεσης σεισμών ικανών να προκαλέσουν καταστροφές.

Μετά τη γένεση του ισχυρού σεισμού στην Τουρκία (17 Αυγούστου 1999, 7.4R, με 18.000 νεκρούς) είναι γεγονός ότι επηρεάστηκε η σεισμικότητα όλου του ελληνικού χώρου. Σε διάφορες περιοχές μάλιστα, συμπεριλαμβανομένης και της Δυτικής Ελλάδας, εκδηλώθηκε σεισμική δραστηριότητα αμέσως μετά την άφιξη των σεισμικών κυμάτων από την Τουρκία.

Εικ. 2 Η Αφρικανική πλάκα υποχωρεί κάτω από την Ευρασιατική

Σεισμικές ζώνες
Η κατανομή των επικέντρων των επιφανειακών σεισμών (βάθος μικρότερο των 60 χλμ) οριοθετεί διάφορες σεισμικές ζώνες. Η κυριότερη είναι αυτή που εκτείνεται κατά μήκος της εξωτερικής (κοίλης) πλευράς του ελληνικού τόξου, δηλαδή, ακτές δυτικής Ελλάδας, Ιόνια νησιά, ΝΔ Πελοπόννησος, νότια Κρήτη, Κάρπαθος, Ρόδος. Aλλες σημαντικές ζώνες έχουν διεύθυνση Ανατολή - Δύση, όπως Β. Αιγαίου, Θεσσαλίας - Σποράδων, Πατραϊκού - Κορινθιακού, κ.λπ.

Οι σεισμοί ενδιάμεσου βάθους (βάθη εστίας μεταξύ 70 και 180 χλμ) είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, γιατί προκαλούν βλάβες σε μεγάλες αποστάσεις κατά μήκος του Ελληνικού τόξου και οι περίοδοι των κυμάτων τους είναι σχετικά μεγάλες (1,5 sec).

Χάρτης σεισμικής επικινδυνότητας
Τα νέα σεισμολογικά δεδομένα και οι επιστημονικές εξελίξεις, που προέκυψαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, οδήγησαν σε αναθεώρηση του σεισμικού χάρτη της Ελλάδας.  Ο νέος αναθεωρημένος χάρτης και όσα απορρέουν από αυτόν άρχισαν να εφαρμόζονται από τις αρχές του 2004.

Ο νέος χάρτης σεισμικής επικινδυνότητας ενσωματώνεται στον Ελληνικό Αντισεισμικό Κανονισμό του 2000 και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 1154Β/12.8.2003.

Εικ. 3 Χάρτης της ελληνικής επικράτειας οπού διακρίνονται οι περιοχές ανάλογα με την επικινδυνότητα σεισμού. Όσο αυξάνει το g (ποσοστό της επιτάχυνσης της βαρύτητας) η περιοχή χαρακτήριζεται υψηλής επικινδυνότητας

Ο χάρτης ζωνών σεισμικής επικινδυνότητας της Ελλάδας που ισχύει μέχρι τότε είχε σχεδιαστεί την περίοδο 1986- 1989 και άρχισε να εφαρμόζεται το 1995.  Η αναθεώρησή του, σχεδόν 15 χρόνια μετά την εκπόνησή του, κρίθηκε αναγκαία για πολλούς παράγοντες που μεσολάβησαν από τότε.

Με το νέο χάρτη, ο ελληνικός χώρος κατανέμεται σε τρεις ζώνες σεισμικής επικινδυνότητας. Οι τιμές εδαφικών επιταχύνσεων σχεδιασμού είναι 0,16g (ποσοστό της επιτάχυνσης της βαρύτητας g) για την πρώτη ζώνη, 0,24g για τη δεύτερη ζώνη και 0,36g για την τρίτη ζώνη.



Πηγή: Γεωδυναμικό Ινστιτούτο - Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, www.seismoi.gr
Συντάκτης: buildnet.gr
enter forums
powered byNETVOLUTION