Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014 |  19:23:44
Go
Bookmark and Share
Ημερ. Καταχώρησης: 01/01/2009 Ώρα Καταχ.: 14:30:00


Από τις πόλεις-κατοικίας στις πολυ-κατοικίες




Λεζάντα:  Πολυκατοικία στην οδό Εμμ. Μπενάκη 118 (1973-75), των Δ. και Σ. Αντωνακάκη

4. Η διάσπαση της ενιαίας φυσιογνωμίας της πολυκατοικίας

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 εμφανίζονται νέες προτάσεις για τον σχεδιασμό της πολυώροφης κατοικίας. Τα χρόνια αυτά κορυφώνονται διεθνώς οι αντιδράσεις στην ορθοδοξία και τον δογματισμό του κατεστημένου πλέον μοντερνισμού, μέσα από ποικίλες τάσεις που έχουν ως κοινό τους παρανομαστή την πρόθεση ‘μετά-’.  Στην Ελλάδα, χώρα της περιφέρειας με τις δικές της ιδιαιτερότητες, που ζει στον απόηχο των διεθνών εξελίξεων, οι έννοιες του (διεθνούς) μοντερνισμού και μιας (τοπικής) ελληνικότητας συνεχώς επαναπροσδιορίζονται. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης, όπως είναι γνωστά, καθώς η Ελλάδα βγαίνει από μια επταετία δικτατορικής διακυβέρνησης, οι πολιτικές μεταβολές συνοδεύονται και από μεταβολές στην αρχιτεκτονική αντίληψη και πρακτική.
 
Η αναζήτηση της τυπικότητας σταδιακά αποκτά ένα διαφορετικό πρόσωπο, μέσα από ποικίλες προσεγγίσεις, που τελικά οδηγούν ακόμα και στην κατάργησή της (παράλληλα με αντίστοιχες προσπάθειες των  New York Five στην Αμερική οι οποίοι επιδιώκουν να διευρύνουν το μορφολογικό λεξιλόγιο του Le Corbusier). Στην Ελλάδα διαφορετικά έργα, με διαφορετικές προθέσεις, δείχνουν προς νέες κατευθύνσεις, όπως φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά στις πολυκατοικίες και τα συγκροτήματα κατοικιών του Α.Ν. Τομπάζη στο Νέο Ψυχικό (1977), των Τ. και Δ. Μπίρη στο Πολύδροσο (1977-80), των Δ. και Σ. Αντωνακάκη στην Εμμ. Μπενάκη 118 (1973-75) και του Γ. Θεοδοσόπουλου στο Μετς (1981-83).  Οι τρεις τελευταίες βραβεύθηκαν στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό εφαρμοσμένων ιδεών 1973-1983.

Το έργο του Τομπάζη φανερώνει εξ αρχής ένα ενδιαφέρον για κατασκευαστικά συστήματα προηγμένης τεχνολογίας και νέους τρόπους εξοικονόμησης ενέργειας. Το ενδιαφέρον αυτό επικεντρώνεται ιδιαίτερα στα εμφανή, ανεπίχριστα υλικά και στην προσήλωση στην κατασκευαστική άρθρωση, στη λεπτομέρεια, η οποία επιδεικνύεται ως η πεμπτουσία της κατασκευής. Ο κάναβος, τόσο σε επίπεδο χωρικής οργάνωσης, όσο και σε επίπεδο κατασκευής, χρησιμοποιείται ως αφετηρία για πιο δυναμικές και ογκοπλαστικές λύσεις στις ‘μπρουταλιστικές’ πολυκατοικίες και μονοκατοικίες του. Ο κάναβος είναι ακόμα το οργανωτικό πλαίσιο που επιτρέπει την εξατομίκευση των μονάδων.

Στο συγκρότημα ‘Δίφρος’, οι διαμπερείς κατοικίες - μεζονέτες συγκροτούνται σε κατακόρυφες στήλες και με μετακινήσεις προς τα εμπρός ή προς τα πίσω σπάνε τη μονοτονία του συγκροτήματος. Έτσι, παρόλο που πρόκειται για επιμέρους επαναλαμβανόμενες μονάδες, το συγκρότημα στο σύνολό του χαρακτηρίζεται από ασυμμετρία και έντονες διαφοροποιήσεις όγκων. Επιθυμία του αρχιτέκτονα είναι η δημιουργία κατοικιών - διαμερισμάτων με τη μεγαλύτερη δυνατή ανεξαρτησία και ιδιωτικότητα.

Ακολουθώντας μία διαφορετική προσέγγιση των αρχών του μοντέρνου κινήματος οδηγούμαστε στο έργο του Τάσου και Δημήτρη Μπίρη. Η αρχιτεκτονική τους αποτελεί συνέχεια της μοντέρνας αρχιτεκτονικής ως δημιουργικής διαδικασίας. Όπως και ο Le Corbusier, στρέφονται στην παράδοση και στον τόπο, για να αντλήσουν τις ‘αιώνιες’ αξίες του σχεδιασμού και της κατασκευής που ενυπάρχουν σε όλες τις αληθινές κατασκευές. Στην πολυκατοικία στο Πολύδροσο, η διαφορά αναδεικνύεται μέσα από την τυπική λύση. Στο  έργο αυτό, η αναζήτηση της διαφορετικότητας, την οποία τόσο επιδίωκαν με τον τρόπο τους ο Ζενέτος και ο Κωνσταντινίδης, αποκτά μια περισσότερο απτή μορφή.

Αναφερόμενος στη δημιουργία της πολυκατοικίας αυτής, ο Τ. Μπίρης προσπαθεί να στοιχειοθετήσει μία “σύγχρονη αρχιτεκτονική  τυπολογία για το σπίτι …”, που όμως  “...δεν πρέπει να συγχέεται με την τυποποίηση…”  Αντίθετα,  αναφέρεται σε ένα σύνολο από συμβολικές, αρχέτυπες και οικουμενικές αξίες / αρχές, που διαχρονικά υπήρξαν αναπόσπαστα συστατικά της έννοιας της κατοικησιμότητας, για να τονίσει ακόμα πως “Η υπαγωγή του κατοικήσιμου χώρου, στα πλαίσια μιας τέτοιας διευρυμένης τυπολογίας, δεν του αφαιρεί την ιδιότητα να είναι κάθε φορά μοναδικός και ανεπανάληπτος.”

Η πολυκατοικία συνεπώς στο Πολύδροσο, αντί  να εκφράζει την οριζόντια ιδιοκτησία, προτείνει τη συγκρότηση “… μιας μικρής γειτονιάς από σπίτια - κύβους…”, που αναπτύσσεται κατακόρυφα. Δηλωμένος στόχος των αρχιτεκτόνων δεν είναι το συνθετικό, ογκοπλαστικό παιχνίδι, αλλά η δημιουργία νέων σχέσεων ανάμεσα στα τμήματα μιας πολυώροφης κατοικίας.

Ο κατασκευαστικός κάναβος από ανεπίχριστο μπετόν-αρμέ υπάρχει και είναι εμφανής παντού ως οδηγός, ως σύστημα που δέχεται τις ατομικές παραλλαγές και διαφοροποιήσεις των μονάδων και όχι ως κατασκευαστικός εξπρεσιονισμός. Το έργο αυτό των Τ. και Δ. Μπίρη δείχνει ταυτόχρονα προς δύο κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά, συμπληρώνει και συνεχίζει το ‘μοντέρνο’ πρόγραμμα, ολοκληρώνοντάς το, σύμφωνα με τις προθέσεις του και όχι με τις ‘κλειστές’  μορφές του ’50/’60. Από την άλλη πλευρά, τείνει να διασπάσει την τυπικότητα και το σαφές περίγραμμα του μοντέρνου κουτιού, με την πληθώρα των χρωματικών και ογκοπλαστικών στοιχείων και αποσπασμάτων που προβάλλουν, δημιουργώντας ένα μη τυπικό σύνολο.
Οι αδελφοί Μπίρη, παρ’ όλα αυτά, επιζητούν τον σαφή καθορισμό του προγράμματος και τη διαφοροποίηση του δομημένου από το φυσικό περιβάλλον, γεγονός που φαίνεται και από τη χρήση των μεταλλικών στοιχείων και, κυρίως, του μεταλλικού χωροδικτυώματος, που ορίζει το τέλος του κτιρίου προς τον ουρανό.

Αν ο ‘Δίφρος’ ή το Πολύδροσο, με διαφορετικούς τρόπους, κρατούν ακόμα στοιχεία ή αρχές του μοντέρνου, ενώ ταυτόχρονα το οδηγούν και προς άλλες κατευθύνσεις, οι πολυκατοικίες στην Εμ.  Μπενάκη και στο Μέτς, σηματοδοτούν περισσότερο μια ρήξη παρά μια συνέχεια.

Η πολυκατοικία στην οδό Εμ.   Μπενάκη των Δ. & Σ. Αντωνακάκη / Εργαστηρίου 66 φθάνει σε ένα επίπεδο εξατομίκευσης των διαμερισμάτων που θα μπορούσαμε να πούμε, σχηματικά, ότι βρίσκεται στον αντίποδα της πολυκατοικίας στην οδό Σεμιτέλου του Βαλσαμάκη. Στο έργο τους διατηρούν τον κάναβο και την έκφραση του κατασκευαστικού σκελετού, που κληροδοτήθηκε μεταπολεμικά στους Έλληνες αρχιτέκτονες μέσω του έργου του  Mies και του Le Corbusier, καθώς και του μεταπολεμικού ‘μπρουταλισμού’. Ήδη όμως από τη δεκαετία του ’60, με τις συνεχείς προσθήκες της κατοικίας στο Παλαιό Φάληρο, οι  Δ. και  Σ. Αντωνακάκη αναζητούν έναν περισσότερο συγκεκριμένο συσχετισμό με τον τόπο και το σύγχρονο ελληνικό περιβάλλον, αστικό και υπαίθριο. Μέσα από αναφορές, τόσο στον Πικιώνη όσο και στον Κωνσταντινίδη, μέσα από τη χρήση γηγενών υλικών και χρωμάτων, κυρίως όμως μέσα από την οργάνωση των εσωτερικών χώρων, το ζεύγος Αντωνακάκη προχώρησε σταδιακά σε μια ‘διάσπαση’ του μοντέρνου, ρασιοναλιστικού λευκού πρίσματος.

Το έργο του Aldo van Eyck (και οι αναφορές του Δημήτρη Φατούρου σε αυτό), αποτέλεσε έναυσμα για τους Δ. και  Σ. Αντωνακάκη, σχετικά με την επεξεργασία της σχέσης εσωτερικού και εξωτερικού χώρου. Το ‘περίγραμμα’ του κτιρίου ενδίδει στις πιέσεις που δέχεται και από τις δύο πλευρές και το κατώφλι, το πέρασμα, ο ενδιάμεσος χώρος, αντί να είναι υποτελής, αποκτά πρωτεύουσα σημασία στη σχέση του μέσα και του έξω.

Όπως και οι μονοκατοικίες τους, η πολυκατοικία της οδού Εμ.  Μπενάκη είναι παραδειγματικό κτίριο ως προς αυτή τη σχέση. Σε επίπεδο κάτοψης, η είσοδος στην πολυκατοικία, τόσο στο ισόγειο  όσο και στα διαμερίσματα, διαφοροποιείται με κάθε ευκαιρία, έτσι ώστε να δημιουργούνται ποικίλοι ημιυπαίθριοι χώροι, πλατύσκαλα - αυλές, απρόσμενες θέες και διαφορετικοί χώροι, που τονίζουν την ιδιαιτερότητα του ‘μέρους’ απέναντι στο ‘όλον’. Τώρα πια το σύνολο δεν συγκρατεί τις μονάδες, όπως σε προηγούμενα παραδείγματα, αλλά απαρτίζεται από διαφορετικά αποσπάσματα που συνυπάρχουν (συ-στεγάζονται).


Λεζάντα: Το συγκρότημα "Διφρος" (1971) στο Χαλάνδρι, του Αλέξανδρου Τομπάζη

Η διαμόρφωση της όψης είναι το αποτύπωμα αυτών των διαφοροποιήσεων, που διασπούν την τυπική μορφή του κανάβου - πρίσματος, ακόμη και την έννοια της οριζόντιας ιδιοκτησίας, προτείνοντας όγκους και χώρους διαφορετικών διαστάσεων σε ποικίλες θέσεις εντός του συστήματος. Το ‘κουτί’ έχει πλέον ‘σπάσει’, έχει ανοίξει, ο κάναβος λανθάνει σε δεύτερο επίπεδο, η τυπικότητα έχει χαθεί, η εξατομίκευση είναι πλήρης.

Η βασική ιδέα και κινητήρια αρχή των αρχιτεκτόνων παρουσιάζει ενδιαφέρον. Η κλειστή μορφή της πολυκατοικίας (το τελειωμένο, τυπικό και τυποποιημένο σύνολο) που απορρέει από τους οικοδομικούς κανονισμούς και τον εμπορευματικό χαρακτήρα της πολυκατοικίας, μπορεί να αναθεωρηθεί, κατά την άποψη τους, μέσα από την αλλαγή μιας μεταβλητής, που είναι “η σχέση του εργοδότη με την κατοικία”. Τη στιγμή που ο εργοδότης είναι ταυτόχρονα και ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος, τον οποίο οι αρχιτέκτονες γνωρίζουν, τότε μόνον είναι δυνατόν, μέσα από αυτή τη νέα σχέση, να προκύψει και μια νέα μορφή.

Λίγο αργότερα, σε αντιστοιχία με αυτή την  εξέλιξη, ο Γ. Θεοδοσόπουλος δημιουργεί ένα ‘συγκρότημα’ κατοικιών στο Μετς (δεν χρησιμοποιείται ο όρος πολυκατοικία). Στο έργο αυτό, μια μεγάλη ποικιλία διαμερισμάτων (70-300τ.μ.) οργανώνεται τόσο σε επίπεδο κάτοψης, όσο και στην τρίτη διάσταση, έτσι ώστε να καταργεί κάθε έννοια τυποποίησης. Οι ανεξάρτητες είσοδοι των διαμερισμάτων, η δημιουργία εξωτερικών χώρων - περασμάτων που συνδιαλέγονται με τους αποσπασματικούς όγκους και τη μορφολογία του εδάφους, έχουν σαφείς και συνειδητές αναφορές στην παραδοσιακή ελληνική αρχιτεκτονική. Οι μοντέρνες κατόψεις αναθεωρούνται, επαναπροσδιορίζονται, διαφοροποιούνται και διασπώνται. Το ανοικτό σύνολο τεμαχίζεται.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, διαφορετικά ρεύματα συμπλέουν, ανταγωνιζόμενα, χωρίς να κυριαρχεί κανένα επί των άλλων. Ο μοντερνισμός, με τις όποιες αναφορές στον ‘τόπο’, συνεχίζει την πορεία του ’30 και του ’50, εμπλουτίζοντας το συντακτικό του στις πολυκατοικίες των Μ. Ιωάννου, Τ. Σωτηρόπουλου και Α. Βαν Γκίλντερ (Π. Φάληρο), Ν. Δημοπούλου, Ρ. Σαΐτη, Γ. Σταθόπουλου, Ν. Χριστοδουλέα (Ν. Σμύρνη), Γ. Μαυρίδη (Λυκαβηττός) και παλαιότερων, όπως του ζεύγους Γ.  και Ε.  Μανέτα (Κηφισιά, Π. Φάληρο).

Οι αναφορές στην παράδοση που πρωτοεμφανίστηκαν στα έργα του Δ. Πικιώνη και σε πρόσφατες μονοκατοικίες, κάνουν την παρουσία τους αισθητή και στις πολυκατοικίες. Σε αυτές όμως ως νοσταλγική αναφορά, ως ένας σύγχρονος μαζικός εκλεκτικισμός, μακρινός απόηχος της Χέυδεν.
Πολυκατοικίες κτίζονται ακόμα, αν και όχι πλέον στα κορεσμένα κέντρα των πόλεων. Τι κατεύθυνση παίρνουν; Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στις δύο πρώτες Biennale Νέων Ελλήνων Αρχιτεκτόνων  που οργάνωσε το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής (1995 και 1998), υπήρχε μόνο μία σημαντική συμμετοχή πραγματοποιημένης πολυκατοικίας την τελευταία δεκαετία, του Αλέξανδρου Πατσούρη, στην οδό Διδότου, στην Αθήνα. Η πολυκατοικία αυτή από έναν ικανό χειριστή της πλαστικής γλώσσας, οργανώνει τα διώροφα διαμερίσματα ως ανεξάρτητα στοιχεία μέσα στη συνολική σύνθεση. Διανύοντας την μετά τη μεταπολίτευση εποχή, όπως έχει χαρακτηριστεί, είμαστε μάρτυρες ενός καταναλωτικού πλουραλισμού εν μέσω ποικίλων κοινωνικών αλλαγών.

Το 1985 θεσπίζεται ο νέος Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός, με συνεχείς τροποποιήσεις σε θέματα κάλυψης, συντελεστών δόμησης και αυστηρότερων αντισεισμικών κανονισμών, που συχνά καταστρατηγούνται ή αναθεωρούνται στο Συμβούλιο Επικρατείας. Ταυτόχρονα διαπιστώνεται συνεχιζόμενη επιδείνωση του περιβάλλοντος και του κυκλοφοριακού, αποκέντρωση  και μεγάλα έργα που δεν ολοκληρώνονται,  ρυμοτομικά σχέδια που δεν πραγματοποιούνται, νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων κατασκευών αντί σχεδιασμού.

Οι αρχιτέκτονες γνωρίζουν πως ευθύνονται για ένα μικρό και αποσπασματικό μέρος της οικοδομικής παραγωγής του τόπου, όπου τα λιγοστά καλά δείγματα, τα οποία όντως υπάρχουν, χάνονται στην πολυκοσμία του πρόχειρου, του εντυπωσιακού ή του ασχεδίαστου. Ό,τι καλό δημιουργείται σήμερα, γεννιέται πάνω στις βάσεις που προδιέγραψαν οι σημαντικοί αρχιτέκτονες που προαναφέρθηκαν. Το γενικότερο όμως πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιο (όχι το οικονομικό, γιατί χρήματα διατίθενται) δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για εμπνευσμένη δημιουργία. Ήταν μήπως ευκολότερα τα πράγματα σε μια Ελλάδα με πολύ λιγότερα μέσα, του ’30 ή του ’50; Ασφαλώς όχι, ούτε από πολιτική, ούτε από κοινωνική, ούτε από πολιτισμική σκοπιά. Ίσως όμως τότε,  επειδή η χώρα κτιζόταν, επειδή το έδαφος ήταν σε μεγάλο βαθμό παρθένο, να μπορούσε να εισχωρήσει (και μετά τη δοκιμή να γίνει παραδεκτός ) ο γόνιμος πειραματισμός. Σήμερα, παρά τη δυνατότητα ταχείας και παράλληλης πληροφόρησης για τις διεθνείς εξελίξεις, υπάρχει ταυτόχρονα και σωρεία ανεξέλεγκτων και μη αφομοιωμένων ‘προτύπων’, που διαμορφώνουν νέους πολιτιστικούς(;) κώδικες.




Λεζάντα: Πολυκατοικία στην Οδό Χέυδεν 27, του Δημήτρη Πικιώτη (Αθήνα 1936)


Αναζητούμε σήμερα την τυπική μορφή ή την εξαίρεση, την Χέυδεν του Πικιώνη ή τη Βασ. Αμαλίας του Ζενέτου. Αν δουλειά των αρχιτεκτόνων είναι να γνωρίζουν πώς να χειρίζονται τον χώρο, πώς πρέπει οι άνθρωποι να κατοικούν, ίσως τότε η εντρύφηση ξανά πάνω στην ίδια την ύλη με την οποία κτίζουμε τα σπίτια μας (να τη δούμε, να την αδράξουμε, να την αφουγκραστούμε, να ξανασκεφθούμε πώς πρέπει να τη μεταχειριστούμε) να μας δείξει τους μελλοντικούς δρόμους.

Στο σταυροδρόμι αυτό, η μετατροπή μίας ‘πρώην’ πολυκατοικίας σε σπίτι / μουσείο για τον ζωγράφο Αλέκο Φασιανό από τον Κυριάκο Κρόκο φαίνεται σαν μία διέξοδος — όχι η μόνη, αλλά σαν μία δυνατότητα. Στο κτίσμα αυτό, ο Κρόκος μοιάζει σα να ψηλαφεί προσεκτικά την ύλη, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την όραση στην αφή, από το κατασκευαστικό σύστημα στη λεπτομερή επεξεργασία των στοιχείων του, δείχνοντας μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική ευαισθησία για την ύλη και τον χώρο. Περισσότερο απ΄ όλα θ’ άξιζε να σταθεί κανείς όχι τόσο στις όψεις αυτού του σπιτιού (όπου ο Κρόκος επιστρέφει στον ρασιοναλισμό του Βαλσαμάκη της Σεμιτέλου από άλλη οδό), αλλά στη μέσα πλευρά, την αθέατη, αυτήν που αποτελεί τον πυρήνα, την εστία της κατοικίας, την πηγή του εσωτερικού φωτός. Αυτή την πλευρά των πολυκατοικιών που είχε εγγραφεί στη νομοθεσία  του ’20, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε: την εσωτερική αυλή που έφθασε σε μας ως γυμνός και αδιάφορος ακάλυπτος. Θα άξιζε να σταματήσουμε στην επιμέλεια που έδειξε ο Κρόκος γι’ αυτόν τον ξεχασμένο ακάλυπτο χώρο, που τον απέδωσε ξανά στην αρχιτεκτονική, φροντίζοντας όχι μόνο το κτίριο καθαυτό, αλλά και τις σχέσεις του με ό,τι βρίσκεται δίπλα του, κοντά του.  Στην ανάγνωση και επεξεργασία αυτών των σχέσεων πρέπει να βρίσκεται το αύριο της (πολυ-) κατοικίας. 



Πηγή: "Αρχιτεκτονική του 20ου αιώνα:Ελλάδα", Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής


Συντάκτης: Ηλίας Κωνσταντόπουλος, Επίκουρος καθηγητής Τμήματος Αρχιτεκτόνων Πανεπιστημίου Πάτρας
powered byNETVOLUTION